Δούλος της Καρδιάς
Clipart Radio
[fblike]
της Αγγελίνας Ρωμανού/*/
«Θα πάρω τ’ όπλο μου», είπε την ώρα που έγερνα στο μαξιλάρι κι είχε στα μάτια μια φλόγα ίσαμε κάτι μέτρα αψηλά. Σπίθες ξέφευγαν με οργή και σύγνεφο. Αντάρα και γινάτι. Χρυσόσκονη και μπαρούτι. Κι όλα αγνά. Νοθεία πουθενά. Ούτε καν στο ύφος. Δίπλα το σκυλί, γούρλωσε δυο μάτια αδράχτια. Δεν κούνησε ουρά αλλά ύψωσε αυτί απ’ την ανησυχιά! «Θα φύγει?», με ρώτησε με την αιώνια επικοινωνία που έχουν τα ζώα με τους ανθρώπους, κι
είπα «ναι, θα φύγει!».
Κι ύστερα ξεσκέπασα τα μήλα τα ψητά που είχα απ’ το μεσημέρι φτιαγμένα με μύγδαλο και μέλι. Μια τζούρα βούτυρο κι ένα κλαδί κανέλα. Να απλώσουν πάνω του ένα άρωμα σπιτιού. Να φέρουν τη μάνα του από το νησί να στήσει χορό με την ζαργάνα νύφη. Να του κάμουν και μια γιρλάντα στο λαιμό, ξόρκι σκέτο, για προστασία απ’ τους αλήτες.
«Πρώτα θα σε μερέψω»,είπα, «κι ύστερα θα σε κεράσω δυο νησιά υποβρύχιο. Με κρύο το νερό κι ας κάνει έξω ψόφο. Θα βάλω και στη ρόγα σιρόπι από σταφύλι να βυζάξεις οικογένεια. Κι ύστερα θα μοιρολογήσω έναν θάνατο ολάσπρο, μη τύχει και δεν προλάβω το θεριό. Μετά, θα κάμω πέρα την κουρτίνα και θα δεις πως απ’ έξω δεν τρέχει τίποτα ακόμη. Ίσως έτσι, αναβάλλεις για λίγο το φευγιό, ναι?»
Τι ήταν να το πω! Η γυναικεία ανησυχία κάνει τους άντρες δράκους σουβλερούς. Σα να τους τσιγκλάς τα πισινά με βελόνι πυρωμένο. Σα να τους χώνεις στη γλώσσα μια γαλέρα πιπεριές. Σα να τους σφίγγεις τ’ αχαμνά με χέρια από αγκάθια. Σηκώθηκε με μιας και έστριψε καπνό. Απ’ τον παράξενο, της νιότης. Τον βαρύ και τον αγύρτη.
«Άκου», είπε με όση μαλακή φωνή προσπάθησε, «δούλος της καρδιάς σου, ναι. Δούλος των άλλωνε, ποτέ!»
Κι ύστερα, πήγε και έβαλε καφέ στο μπρίκι.
Ελληνικό και μόρτικο.
Όπως του αρέσει να τον ρουφά. Δυνατά. Επίτηδες. Και με φόρα. Να καεί το πάνω χείλι και να φιλάει τα εικονίσματα με φόβο. Να αρπάξει και της γης τις πλάκες να τις παίξει στα χαρτιά. Να ρίξει και μια ζεϊμπεκιά παράνομη να τραντάξουν οι γειτόνοι.
Ας είναι, μίλησα βουβά. Κι αν είναι να λαλήσουν οι μέσα οι σειρήνες, ξέρω τι θα του κάμω.
Δώρο ένα λιβάνι να μυρίζει θάλασσα, ξωκλήσι και κρασί. Κι όποτε το καίει να βλέπει την πατρίδα.
Γιατί εμείς οι σκιερές, έτσι θέλουμε τους άντρες μας. Στο φως.
Επειδή έτσι έχουμε μάθει και να τους γεννάμε.
Υ.Γ. Με αφορμή τις αφυπνίσεις και τους ύπνους. Λίγοι και πολλοί, στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Φτύνοντας, μπορεί να σβήσει κι η φωτιά. Τολμάτε?