[Θαλπωρή] του Μάνου Παπαδάκη
Clipart Radio
Η θαλπωρή, ένα χάος στο άστυ αδιάβατο, γεμάτο διαδηλώσεις, σπασμένα τζάμια καρφωμένα στο τσιμέντο πόνος και πόθος κάνουν έρωτα στο διαμέρισμα με κουρτίνες κλειστές με φώτα σβηστά που αντικατέστησαν τις ελπίδες, τοίχοι που ελευθερώνουν, που μας κλειδώνουν, που μας ενώνουν στην αδράνεια που τόσο αποζητούσαμε τις μέρες που ουρλιάζαμε για λίγο χρόνο κι αυτοί άδικα μας τον στερούσαν, λέγαμε “Φως αδιάφανο οι δρόμοι προς το σπίτι”, στους λυγμούς που τόσο αγαπήσαμε σε φασαρία και ήχους που πια δε μαρτυρούν οι χαλασμένες απ’ το χρόνο φωτογραφίες που μεγαλώνουν σαν και μας και μας λυτρώνουν γιατί κι εμείς ξεχνάμε τους ήχους πίσω απ’τον φακό και δίνουμε σώμα και ψυχή στο σκελετό που άψυχα χαμογελούσε στο γυαλί και έγινε γυαλί απειροελάχιστα θλιμμένο διαβάζοντας ξόρκια από περιοδικά.
Αυτές οι μέρες που δεν άντεχες να τρέχεις στα σοκάκια που οδυνηρά πότιζες το μαξιλάρι σου ενώ οι γονείς σου στο διπλανό δωμάτιο έκαναν πως δεν σε άκουγαν για χρόνια καθηλωμένοι από το φόβο μη σε χάσουν, σ’ έχασαν πια, το ξέρουν τις νύχτες όταν ακούνε τους λυγμούς σου που χαράζονται σαν μάστιγα σε κάθε σάπια σου προσπάθεια να χαμογελάσεις.
Αταίριαστα ρούχα,παλιές αναθυμιάσεις από το πρώτο σου φιλί
κλεισμένες στην ντουλάπα γιατί δεν είσαι άξιος να τις πετάξεις, να τις ξεπεράσεις κι απεγνωσμένα ψάχνεις στις βιτρίνες για τη λύση σε άλλα ρούχα πιο φθηνά ή ακριβά και από μέσα οι κούκλες γελάνε με τα ντεμοντέ σου αντίο, τα σκοτεινά σου βλέφαρα κολλάνε στο βλέμμα σου που τόσα χρόνια πρόσεχες για να τον τάξεις στον ύψιστο γυάλινο αφέντη για να κάνεις δυο μάτια ανόητα να σε προσέξουν.
Σαν σήμερα πεθαίνεις και γεννιέσαι χίλιες φορές τη μέρα βλέπεις τον γκρεμό κι αντί να φτιάξεις γέφυρες κοιτάς να αλλάξεις δρόμο αποφασίζεις να περάσεις απέναντι και ξαφνικά είσαι το ίδιο το κενό που κάποτε μισούσες ενώ με κάθε γουλιά από κρασί έταζες στον εαυτό σου όνειρα και γλένταγες με φίλους πετώντας τις ημέρες στα σκουπίδια σε σακούλες πλαστικές που δεν αντέχεις να βλέπεις κι όμως να τες τώρα που ερωτοτροπούν με τους ξένους απλόχερα δίνοντας τους θαλπωρή.
Ω θαλπωρή! μια προδομένη εικόνα διακρίνεις στην οθόνη, κανένας δεν κατάλαβε την αέναη προδοσία που σου τύλιξαν για δώρο κι έτσι αυτοκτονούν και τα ιδανικά σου τα επισυνάπτουν σε ένα μέιλ χωρίς θέμα. Δεν χρειάζεται να απαντήσεις.


κλεισμένες στην ντουλάπα γιατί δεν είσαι άξιος να τις πετάξεις, να τις ξεπεράσεις κι απεγνωσμένα ψάχνεις στις βιτρίνες για τη λύση σε άλλα ρούχα πιο φθηνά ή ακριβά και από μέσα οι κούκλες γελάνε με τα ντεμοντέ σου αντίο, τα σκοτεινά σου βλέφαρα κολλάνε στο βλέμμα σου που τόσα χρόνια πρόσεχες για να τον τάξεις στον ύψιστο γυάλινο αφέντη για να κάνεις δυο μάτια ανόητα να σε προσέξουν.


