Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
Clipart Radio

Η φοβερή πατρίδα μου
Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου!
Την πεθαμένη ταξιδεύαμε τη μάνα μας
με το βαγόνι της γραμμής
Συναλλαγές, ψευτιές, ενώ ο «Πάντσο» ιδού στην ταινία του υπαίθριου να χτυπήσει το Νότο λέει το βράδυ κατεβαίνει σέρνει μαζί του τομάρια από εκείνα που τα ’χουν οι πόρνες σαν αδελφάκια τους κι έχουν οι ίδιοι το πιστόλι για παιχνίδι, χαροτρομάζουν ακόμη και αυτόν τον πατέρα τους, τραυματίζουν τη μάνα τους για επίδειξη και κάνουν το γειτονόπουλό τους να τρέχει σαν το κοκόρι, βρωμάνε τα χνότα τους πιοτό, από αυγουστιάτικους κάμπους που καίνε το άχυρο κι από μικρά φιλέρημα μέσα νεκροταφεία, περνούν.
Μια φωνή μού φώναζε χθες στον ύπνο «Έλα να δεις τα στέκια σου που έτρεξες –μου έλεγε– παιδί», «εγώ δεν ημπορώ να δω τα στέκια μου γιατί είναι η καρδιά μου κάρβουνο –της απαντούσα– «έλα να δεις τα πρώτα σου τα χρόνια και
τις πηγές τις δροσερές, έλα», μού ξαναέλεγε η φωνή!
Έναν τόπο ζητούσα όπου ο αρτοποιός θα κάνει το ψωμί όπως τότε που ο φούρνος μύριζε τη νύχτα, τα ρούχα θα πλένονται στον κήπο με όλες τις ατέλειες που αφήνει το χέρι και ο τεχνίτης του σίδερου θα λιώνει το μέταλλο με πρωτόγονους τρόπους –του γύρεψα έναν αναπτήρα αυτοσχέδιο για ενθύμιο, έψαξε– «πάρε –μου είπε– αυτόν μπορεί και να τον έχει φτιάξει ο θείος σου δούλευε κάποτε εδώ, πέθανε και δεν τον γνώρισες», τα απαιτούμενα του έβαλε, τον άναψε, το πρόσωπό του μέσα στις τσακμακιές έπαιξε, φωτίστηκε, όπως άστραφτε, μικροί, τον Οκτώβριο, πριν αρχίσουμε, δωδεκαετείς, το σχολείο.
Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης.
Ω ζωή κομμένη στη μέση, και ω νεότητα από τότε, τέλος, τραυματισμένη σαν ένα κοριτσάκι με το καλό του φόρεμα που ισορροπούσε πάνω στην εγκαταλειμμένη γραμμή του τραίνου, ισορροπούσε.
Γιώργος Μαρκόπουλος