Θα ήταν Ωραία της Μαρίας Στρίγκου
Clipart Radio
[fblike]
Θα ήταν ωραία. Θα ζούσαμε μέσα σ’ ένα πίνακα. Με πολύχρωμα κουτάκια για σπίτια και ακανόνιστες γραμμές για δρόμους. Μασώντας το μπλε του ουρανού για ξεδίψασμα. Και μαδώντας ευγενικά ηλιοτρόπια όταν θέλαμε να χορτάσουμε. Θα τετραγωνίζαμε άπειρους κύκλους κι ύστερα θα εκτρέφαμε γλάρους ασυρματιστές.
/Είχες πει κάποτε πως θέλεις να υιοθετήσεις έναν φάρο, ισχύει;/
Κάθε βράδυ θα παρακαλούσα τα μάτια σου ν’ ανάβουνε μόνο για μένα. Τους χειμώνες μάλιστα θα καίγαμε προσαναματικά μικρά, χάρτινα αεροπλανάκια. Προς τιμήν τους. Άλλωστε θα απαγορεύονταν οι πτήσεις με τόσους ανέμους ξεγυμνωμένους. Δεν μπορεί αγάπη μου να διαθέτεις φτερά και να πηγαίνουν στα χαμένα μ’ ένα απαγορεύεται. Τι θα πει απαγορεύεται δηλαδή; Άμα σου γράφει γκρεμό η παλάμη σου, γκρεμό θα ορίσεις. Δεν πα να γεμίζεις τον τόπο με χιλιάδες stop; Ανθισμένα λουλούδια θα βλέπω στις ταμπέλες και θα πηγαίνω ντουγρού. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θα την ανταμώσω την ολέθρια απεραντοσύνη του ύψους και του βάθους. Θα κατακρημνιστώ! Όχι που θα πέρναγε το δικό σου!
Στο πίσω μέρος της γάμπας σου θα ζωγράφιζα κρυφά ένα τετράφυλλο τριφύλι. Να το κοιτώ όταν θα περπατάς στα στενάκια του κάστρου με τα μαλλιά σου ξέμπλεκα ν’ ανεμίζουν βοριάδες.
/Μην κλαις ρε γαμώτο. Δεν αντέχω να κλαις./
Δεν τελειώνουν τα όνειρα μωρό μου. Εμείς τελειώνουμε. Ξαφνικά και άδοξα. Ένα ωραίο πρωί συνειδητοποιεί ο ζωγράφος πως του σωθήκανε τα χρώματα. Και τότε…
Χρώματα είπα; Γεμίσανε οι χούφτες μου μπλε μωβ χτυποκάρδια. Και μια λύπη που κυκλοφορούσε στο δρόμο μ’ ένα τριμένο φανελλάκι. Φτωχούλα μου φάνηκε μα βάλθηκε να με πείσει πως ήταν αντάρτισσα. Μπορεί και να ‘ταν. Δεν ξέρω.
Πόσο μετάνιωσα που δεν χάραξα το όνομά σου πάνω στην πέτρα που αγαπώ. Θα έμενε στην ιστορία μου σαν η πέτρα με το όνομά σου. Τώρα, θα περάσουν από πάνω της χίλιες βροχές και καμιά δεν θα ποτίσει φθόγγους και γράμματα. Πώς να ανθίσεις;
/Αλλόκοτα που μιλάς απόψε. Ήπιες;/
Τι ρωτάς, ναι, ήπια λίγο απ’ το προχτεσινό φεγγάρι, το ανολοκλήρωτο. Αυτό που μ’ απάντησε πίσω απ’ τα βράχια της Αμοργού. Πώς κόβανε εκείνα τα βράχια! Σα γυαλιά καλοακονισμένα. Έτσι κόβουν οι θρυμματισμένες μνήμες κι οι ψυχές. Ξέρεις… Κι ότι δεν μοιράστηκε, αφάγωτο μένει. Να χαλά μέσα σε σφαλιστά ντουλάπια.
Θα ήταν ωραία. Να ζούσαμε μέσα σ’ έναν πίνακα. Κι άμα βαριόμασταν να πέφταμε στη θάλασσα και να γινόμασταν ευχή που περιμένει. Να γεννηθεί σε μια πραγματική ζωή. Ωραία θα ‘ταν.
/Κλείσε το φως. Κουράστηκα! Ας κοιμηθούμε τώρα!/
artwork : Pascal Chove