ΣΙΩΠΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
Ηχώ Aκου τον ήχο σπάζει πέτρες Και πέφτουνε πεφτάστερα στους στίβους Στα γήπεδα πηδούν οι μπάλες Σαν μπάλες ρούγκμπι σαν πεπόνια Κομψές κυρίες στις κερκίδες Και κορασίδες με pull-over Χειροκροτούν κι όλο φωνάζουνε «Goal! Goal! στα δίχτυα των εχθρών Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου». (Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, Aγρα, Αθήνα 1984)
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ Τα γκολπόστ άκουγε τις καμπάνες που βαρούν και τ’ ορειχάλκου τις δονήσεις όπου τρυπάν τον καθαρό -του κυριακάτικου πρωινού- αγέρα άραγες οι καμπάνες τι να μηνούν; θα τις ακολουθήσουν μήπως ύμνοι τραγούδια χαρές ή πολυβόλα θ’ αντηχήσουνε απαίσια να σπείρουνε τον όλεθρο ολούθε; ένα σας λέω: όλοι να τρέξουμε αμέσως στα γκολπόστ παιδιά! στα γκολπόστ! στα γκολποστ άγρυπνοι -ακοίμητοι φρουροί- πανέτοιμοι το μάτι εδώ εκεί να γρηγορούμε μην αρχίσουνε να πέφτουνε τα τέρματα βροχή και ηττηθούμε. (Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος, Αθήνα 1978)
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Αιώνιο Πάθος Μια μπαλάντα για τον Τζορτζ Μπεστ Εκμηδενίστηκε η ορμή μου Έγινε χιόνι το κορμί μου Από μια εικόνα κρεμαστή Χρωματιστή Από ‘ να ποδοσφαιριστή Που σφυροκόπαε τη βροχή Θεέ μου, με τι ψυχή Γινόταν ο ίδιος πάθος Εικόνα και βροχή Μες στην τηλεοπτική μου Συσκευή. «Ο Μπεστ υπήρξεν ο υπήρξεν ο καλύτερος!
Ο Μπεστ υπήρξεν ο
υπήρξεν ο καλύτερος!»Έτσι θα τραγουδάνε τα παιδιά Της Αλμερίας Αλλά και της Αγγλίας Της Αλβανίας, της Αρμενίας Της Τασμανίας και της Δανίας Σε μια εποχή μελλοντική. «Ο Μπεστ υπήρξεν ο» Κι όσο για μένα Έτσι καθώς θα’ μαι χωμένος Στην πατρική μου γη Οι απόγονοι Θα ‘ρχονται κάθε Κυριακή Να με ποτίζουν έρωτα Ψωμάκι και βροχή Κι όταν θα σουρουπώνει Θα στέκουν μπρος μου προσοχή (Οι απόγονοι) Γιορτάζοντας το πάθος μου Για μια φωτογραφία χρωματιστή Γι αυτόν τον Γεώργιο Μπεστ Τον ποδοσφαιριστή. Λονδίνο 15 Ιουνίου 1969 Μια Κυριακή

Ποδοσφαιρικό ματς
Είκοσι δυο λεβέντες και μια μπάλα τις ώρες της δουλειάς και της σχόλης μας με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα, να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας. Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια, κωλοπηδούν να πιάσουνε τα’ αστέρια!
Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια, να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη, όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια και λες κλοτσούν πια τα’ άδειο τους κεφάλι και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.
Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι κινούν νωρίς τα’ απόγεμα σα λύκοι, της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι της νίκης ν’ απολάψουν τα’ αλκολίκι και κλειούν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.
Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος και δεν έχει προβλήματα η ζωή, καλά που’ ναι κι ελεύτερος ο τύπος, για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.
Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή, παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους, ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί, να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη, για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.
Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει, να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι, της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα. (Ταξίδια με πολλούς ανέμους, Κέδρος, Αθήνα 1964)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Ωδή στον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου
Από το ότι, ορμώμενος, τα χρόνια περνούν γρήγορα και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο και από το ότι ο ποιητής παλαιότερα Δικταίος Aρης εκράτησε ως αφιλοκερδής τεχνίτης στην πενιχρή αθανασία του τον άλλοτε σπουδαίο παίκτη της ποδόσφαιρας Ηλία υιόν του Υφαντή -του Ολυμπιακού Πειραιώς- τονίζοντας τα κάλλη του και την ευμορφία του παράλληλα με τον μακαρισμό ευτυχισμένος (να ‘ν’) ο Πειραιάς που έχει φορτώσει τόσες απ? τις ελπίδες του πάνω σε τέτοια αγόρια θα υμνήσω και εγώ με τη φτωχή την πένα μου τον μοναχικό πλην όμως φιλότιμο χαρακτήρα του παίκτου της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου.
Θα υμνήσω
Γιατί το παιδί αυτό από τις ταπεινές τις γειτονιές του Περισσού προερχόμενο. Της Ριζουπόλεως και της Σαφράμπολης. Ήταν το μόνο από πολλούς άλλους που παρά την υπεροψία της νεότητας του εκράτησεν ενός λεπτού στα μυστικά σιγή για τους αποχωρήσαντες βετεράνους που δεν επέτυχαν πολύτιμο γκολ σε κρίσιμη στιγμή απορρίπτοντας έτσι ακόμα και τον θάνατο μια και αγνόησε όλους αυτούς τους αθλητές που τώρα βρίσκονται στο χώμα.
Θα υμνήσω.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ Κόκκινη κάρτα
Για λόγους πρόνοιας συχνά επικοινωνώ από τώρα με την Κόλαση. Κι όλο ρωτάω κάτι φιλαράκια πρώην αγγέλους ποιες οι συνθήκες και το τι μας περιμένει. Μου λένε για καζάνια, γι’ αλυσίδες για βασανιστήρια, τα γνωστά. Όμως εσχάτως επιμένουν στον αθλητισμό: εδώ οι ποδοσφαιριστές, μου λένε με κομμένα πόδια παίζουν νυχθημερόν επάνω στ’ αναπηρικά τους καροτσάκια. Οι πρώην μπασκετμπολίστες τώρα νάνοι δίχως χέρια με το κεφάλι μάταια προσπαθούν να φτάσουν το καλάθι. Το πιο φρικτό: οι μπάλες είν’ τετράγωνες. Κι οι φίλαθλοι, σε απόλυτη αμνησία μπερδεύουν τις ομάδες τους ζητωκραυγάζουν λάθος και φεύγουν πάντα κι όλοι λυπημένοι. ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ Α Εθνική
Αγνοώ την Ελλάδα και το σούρουπο η κυρα-Θάλασσα σαλιώνει τα φρύδια μου και κλαίει γιατί ασυγκίνητος τραβώ το μαχαίρι απ’ το σώμα της πατρίδας μου, που γεύτηκε λίγο πριν δυο ημιχρόνια παράτολμης ξεγνοιασιάς. Το υπέροχο μεσημέρι μιας ηλιόλουστης Κυριακής είναι η ευκαιρία για να θωπεύεις το γαλάζιο του Αττικού ουρανού και τα λιγοστά πουλιά της Αθήνας ζευγαρώνουν κάτω απ’ τα μάτια των παιδιών, που κολλημένα στα τρανζίστορς προσεύχονται διστακτικά. Μουστακαλήδες τραβάνε για την παραλία κι όσοι δεν χωράνε στα γήπεδα λουφάζουν μέσα στης καρδιάς μου το σπαραγμό. Κι οι πέτρες γίνονται μπάλες, μπάλες γίνονται οι μανάδες, μπάλες παλιές ρόδες, μπάλες γίνονται κι οι πατεράδες, μπάλες γίνονται στα πόδια των παιδιών τα’ άλλα παιδιά.
Λαχτάρα μου, φύγε για το Σούνιο κι από κει πήδα στο νερό ν’ αγναντέψεις τα βουλιαγμένα πιθάρια. (Ο δράκος του μεσημεριού, Ύψιλον, Αθήνα 1983) ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ Αγχώδης εμπειρία
Τα’ απογεύματα της Κυριακής ανοίγω το ραδιόφωνο σηκώνω το καπάκι της σιωπής. Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες. «Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου;» Κατεβάζω το καπάκι. Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι; Απολαμβάνω για λίγο συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω. «Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο;»- κλείνω. Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα. Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων. Ανοίγω. Την άρνηση πνίγω. «ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως. Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας»- αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος. Φοβερό καπάκι. Πυκνότερη σιωπή. Ανάβω κεράκι και χαίρομαι την εξουσία μου. Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί. Ξανανοίγω. «Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή» Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή. «τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του» Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή στη ματαιότητα λάμπει. Τώρα μπερδεύτηκα πια μες στις φωνές ουρλιάζουν τα πάντα. «ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει» Ν’ ανοίξω το παράθυρο το παράθυρο, το παράθυρο. Αυτή η ζωή; Αυτή η δύναμη; Να ‘ χει την ίδια δυνατότητα την ησυχία και το σάλο;
(Πενθήματα, Αθήνα 1969)
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ Η μπάλαΜια κόκκινη μπάλα κυλάει στο χώμα της Ελλάδας. Απόγεμα ο ήλιος λάμπει. Σ’ ένα σύννεφο παίζουν ποδόσφαιρο. Κανένας δεν διακρίνει στην υγρή μπάλα που κολλάει στην άμμο και στριφογυρίζει στο χορτάρι ένα κομμένο κεφάλι που κυλάει στο χώμα της Ελλάδας. Οι φίλαθλοι γαβγίζουν στις εξέδρες το γκολ μπαίνει θρίαμβος στα δίχτυα ιαχές στους δρόμους κι ο πόλεμος με το κουτσό του ποδάρι έτοιμος να κλοτσήσει τη γη με το γήπεδο και τους φιλάθλους στου διαόλου τα δίχτυα.
(Ποίηση 2, Κέδρος, Αθήνα 1973)
ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΙΧ
Από παιδί της οδύνης χαρισματικός. Σκοτεινό τάλκιν, μπρούμυτα με θλάση στους προσαγωγούς η επελαύνουσα φήμη. Νεκροψία οι λέξεις του στα γεγονότα. Τι μεγάλος ζογκλέρ! Κάθε παιχνίδι το ‘ νιωθε να είναι ο μεγάλος Τελικός. Παγκόσμιο ταλέντο που το είχε ο άτιμος στο θάνατο. (Μεγάλη αλήθεια κι ένδοξη καριέρα, δίνοντας δύναμη θηρίου στην απόγνωση. Ιλαρή παρωδία πρωταθλήματος μαχόμενος πάντα στη μικρή περιοχή της ιστορίας, με μακρόηχες σκελέες φωνητικότητας, με περικνημίδες Γραβιάς.)
(Από τη συλλογή Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους. Ποιήματα αναφερόμενα στον Νίκο Καρούζο, Ίκαρος, Αθήνα 1993) ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ Μπαλάντα του απερχόμενου ντριπλέρ του καιρού τούτου
Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο, νεροσυρμή στην εσχατιά του πόνου με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα. Να θεωρεί με την πίκρα του αυτοκτόνου το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Θολωμένο και γύφτικο το μάτι το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του σ? όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη. Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του. Ως τέλειωνε της θλίψης τον αγώνα τον είδα: είχε κακό το ριζικό του το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη (κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα). Μ’ απόκαμε η ψυχούλα και της δίνει παρηγοριά ψυχρή την κοκαΐνη. Α! στην οθόνη κλίναμε το γόνα, λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους, κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα, σταμάτα του αναθέματος τους λίθους. Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα το περιστέρι, το Ντιέγκο Μαραντόνα.
(Το βιβλίο της Μαριάννας, Ίκαρος, Αθήνα 1993)
΄Ας ευχηθούμε τουλάχιστον να κερδίσει και μια φορά ο Θεός να είναι με το μέρος της
Μπράβο, τουλάχιστον εσείς δεν μας απογοητεύετε..
παρηγοριά στις μέρες μας…
ήρεμα, αθόρυβα…
ευχαριστώ